Κάθε φορά που έπρεπε να βάψει τα μαλλιά της αυτή η φράση έβγαινε αβίαστα απ’ τα χείλη της. Αλλά παρόλο που την ενοχλούσαν, κατά βάθος τής άρεσαν. Επιβεβαίωναν την ωριμότητά της, πως είναι πλέον μια γυναίκα ολοκληρωμένη, μεστή και προσγειωμένη. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της σε μια δύσκολη εποχή, όταν ακυρώθηκαν μεμιάς τα όνειρα και τα σχέδια που είχε κάνει για μια κανονική ζωή, με άντρα παιδί και σπίτι. Βέβαια της έμεινε το παιδί και το σπίτι, διόλου ευκαταφρόνητα εφόδια για τη ζωή που ακολουθούσε. Το σπίτι ήταν ανακατασκευή του πατρικού της. Έτσι είχε μείνει στο όνομά της και τουλάχιστον θα είχε μια στέγη. Κι ο πατέρας του Γκολίνο -κι αυτό πρέπει να το παραδεχτεί η Γιοχάνα- όσα χρήματα κι αν είχε βάλει κι όση προσωπική εργασία για να γίνει το σπίτι πάλι κατοικήσιμο, τίποτα δεν ζήτησε. Αλλά πώς να ζητήσει έτσι όπως εξαφανίστηκε σαν τον κλέφτη!
Γνωρίστηκαν στα γενέθλιά της, πριν 20 χρόνια, όταν εκείνος είχε έρθει ως συνοδός μιας φίλης της από το σχολείο. Μόλις τον είδε κάτι έπαθε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μιας και η φιλία τους δεν το επέτρεπε. Εκείνος της έσφιξε το χέρι μόλις τους σύστησαν, αλλά μόλις το άφηνε, η Γιοχάνα ένιωσε πως με κάποιο αδιόρατο τρόπο το χάιδεψε. Κοκκίνισε αλλά συνέχισε να μιλά στη φίλη της κανονικά. Σε όλη τη διάρκεια της γιορτής την κοιτούσε και έβρισκε δικαιολογίες για να της μιλήσει, ζητούσε ποτό, γλυκό, ρωτούσε πού ήταν το καθετί στο σπίτι, αλλά δεν την ρώτησε τίποτα προσωπικό – είχε πραγματικά πολύ καλή στρατηγική αυτό το αγόρι. Στο τέλος της βραδιάς, κι ενώ η φίλη της δεν είχε καταλάβει τίποτα, εκείνος την ρώτησε αν μπορούσε να του δείξει ένα δωμάτιο ή ένα μπαλκόνι για να καπνίσει κρυφά, καθώς οι γονείς της Γιοχάνας δεν επέτρεπαν ούτε κατά διάνοια το κάπνισμα στο σπίτι τους, και ειδικά από «μικρά» παιδιά. Εκείνη, τον ανέβασε στο δωμάτιό της και του είπε πως εκεί θα μπορούσε, ανοίγοντας το παράθυρο, να καπνίσει όσο ήθελε. Μόλις όμως γύρισε να φύγει, την τράβηξε από το μπράτσο και χωρίς να προλάβει να πει τίποτα την φίλησε στο στόμα. Το ξάφνιασμα ακολούθησε η ευχαρίστηση, αλλά μόλις πήγε να την χαϊδέψει ήρθε η ενοχή. «Δεν πρέπει», είπε και εξαφανίστηκε, αλλά κρατώντας την ψυχραιμία της κατέβηκε χαμογελαστή και ήρεμη τις σκάλες.
Μόλις ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, της ψιθύρισε στο αυτί την ώρα και το σημείο του ραντεβού της επόμενης μέρας χωρίς να περιμένει επιβεβαίωση, με τη σιγουριά που έλκει πάντα τα κορίτσια. Τον βρήκε να την περιμένει στις 8 το βράδυ, έξω από την παλιά εκκλησία, καπνίζοντας. Πριν προλάβει να του πει οτιδήποτε, της είπε «χώρισα» και την φίλησε σιωπηλά όπως και την πρώτη φορά. Μόνο που αυτό το φιλί κράτησε για χρόνια και έσβησε απότομα όπως ήρθε. Πολλές φορές η Γιοχάνα, όταν σκέφτεται ήρεμα και αισθάνεται χαλαρή, πιστεύει πως πληρώνει ακόμα αυτή της την κλοπή. Νομίζει πως όπως πήρε τον πατέρα του Γκολίνο από τη φίλη της, έτσι τον έχασε από κάποιαν άλλη. Αυτό που δεν θα του συγχωρέσει ποτέ είναι πως δεν της το είπε, πως δεν την αποχαιρέτισε, πως δεν έμαθε το λόγο που έπρεπε να μείνει μόνη στα 33 της και να μεγαλώνει τον πανέμορφο Γκολίνο, το «αλάνι» τους, όπως τον φώναζε εκείνος από τότε που γεννήθηκε. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το μόνο που απομένει είναι να περάσουν τα χρόνια, να πλημμυρίσουν τα μακριά μαλλιά της με καταραμένες άσπρες τρίχες και να μη θυμάται τίποτα άλλο που να την πληγώνει. Και ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει σ’ αυτό, είναι ο Γκολίνο.

Το ίδιο και της Γιοχάνας. Ίσως να είναι και το μόνο κοινό που έχουν οι δυο τους. Οκτώ Μαΐου γεννήθηκε η Γιοχάνα, οκτώ Απριλίου ο Γκολίνο. Τελείωσε το δημοτικό με οκτώ και, όπως του είχε πει εκείνη, για μια ζωή θα δούλευε πέντε μέρες την εβδομάδα από οκτώ ώρες. Δυστυχώς οκτώ Ιουλίου, κατακαλόκαιρο έφυγε ο πατέρας του από το σπίτι και όπως καταλαβαίνει κανείς, τα οχτάρια που έκανε η Γιοχάνα για ένα μήνα από το πιώμα, μέχρι να ηρεμήσει και να συνειδητοποιήσει την απώλεια ήταν πολλά. Ως τότε ούτε στάλα αλκοόλ δεν είχε ακουμπήσει στα χείλη της. Το σοκ, ευτυχώς, δεν κράτησε πολύ. Τα μεγάλα της μάτια σταμάτησαν να κλαίνε καθημερινά, το πείσμα πήρε την κυρίαρχη θέση του στη ζωή της κι όλα άρχισαν να κυλούν κανονικά. Ο μικρός Γκολίνο ήταν από δω και πέρα ο άντρας της ζωής της και, παρόλο που δεν τον κανάκευε, το αντίθετο μάλιστα, τον αγαπούσε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως στηρίχτηκε πάνω του για να ξεπεράσει τη μοναξιά και ίσως να έχει και δίκιο, αλλά η Γιοχάνα δεν ήταν γυναίκα που θα αναζητούσε στήριγμα. Τουλάχιστον όχι από κάποιον άνθρωπο – το αλκοόλ δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτή την κατηγορία.
Οκτώ χρονών ο Γκολίνο έμαθε πού ήταν ο μπαμπάς. Μέχρι τότε, «έλειπε για δουλειές», κάπου μακριά, κάπου που δεν μπορούσε να είναι συχνά κοντά τους. «Έμαθε» σημαίνει πως η Γιοχάνα τού εκμυστηρεύτηκε πως δεν θα επιστρέψει, πως είχε φύγει μακριά και, παρόλο που δεν τους είχε αφήσει κάποιο σημείωμα εκτός από πέντε χιλιάρικα πάνω στο πλυντήριο για να καλύψουν τις άμεσες ανάγκες τους, ήταν σίγουρη πως είναι καλά και πως σίγουρα, αν δεν σκεφτόταν την ίδια, θα σκεφτόταν τον μικρό Γκολίνο. Παραδόξως, ο Γκολίνο, δεν στεναχωρήθηκε καθόλου. Ικανοποιήθηκε που πλέον γνώριζε την αλήθεια και κατάλαβε επιτέλους, μετά από χρόνια γιατί τα παιδιά τον φώναζαν μουλ και χάρηκε που δεν εννοούσαν πως είναι μουλάρι – φράση με την οποία τον στόλιζε συχνά η Γιοχάνα όταν παρακοιμόταν ή όταν δεν διάβαζε τα μαθήματά του.
Απ’ όσα κατάλαβα εγώ πάντως, μάλλον χάρηκε περισσότερο γιατί θα συνέχιζε να κοιμάται στο μεγάλο κρεβάτι και δεν θα ερχόταν κάποιος –ο μπαμπάς στην προκειμένη περίπτωση- να πάρει τη θέση του. Του άρεσε να απλώνεται, να τεντώνεται, να αλλάζει θέσεις, να στριφογυρίζει, να τον παίρνει αγκαλιά η Γιοχάνα όταν κρύωνε (η λέξη «μαμά» είχε απαγορευτεί δια ροπάλου την ίδια κιόλας μέρα που εξαφανίστηκε ο ακατονόμαστος), να χοροπηδάει και να πέφτει με δύναμη στο στρώμα, να κάνει κωλοτούμπες και να προσγειώνεται στην άλλη πλευρά, στο χαλί με το ελάφι. Έτσι απόλαυσε για οκτώ περίπου χρόνια αυτήν την πολυτέλεια και μετά επέστρεψε στο δωμάτιό του που «προσωρινά» είχε μετατραπεί σε αποθήκη ρούχων και πραγμάτων. Μόλις μάλιστα επέστρεψε στο δωμάτιο, συνειδητοποίησε πως ένας από τους λόγους που εκείνο άδειασε εύκολα, ήταν πως τέσσερις μεγάλες σακούλες σκουπιδιών με ρούχα και αναμνηστικά του μπαμπά πήραν το δρόμο για τους κάδους απορριμμάτων. Μόλις όμως η Γιοχάνα πέταξε και τα τελευταία, ο Γκολίνο –εννοείται όσο πιο κρυφά και προσεκτικά μπορούσε- πήγε στον κάδο για να εξερευνήσει όσα για χρόνια ήταν απαγορευμένα. Ψάχνοντας, έκρινε πως η Γιοχάνα έκανε καλά και πέταξε τα πράγματα, γιατί σχεδόν όλα ήταν ρούχα που δεν έρχονταν ούτε σε εκείνη ούτε σε εκείνον κι απόρησε που δεν το είχε κάνει αυτό εδώ και καιρό. Κράτησε μονάχα το δαχτυλίδι που βρήκε ανάμεσα σε άλλα μικροπράγματα της τελευταίας σακούλας και το έκρυψε καλά στο τελευταίο συρτάρι με τα τετράδια.

Αυτό ήταν κάτι που πίστευε η Γιοχάνα από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Τώρα πώς και γιατί το πίστευε αυτό, είναι μια άλλη ιστορία που κανένας δεν θα την έβαζε να διηγηθεί και να εξηγήσει με λόγια, μόνο και μόνο για να την κάνει να δώσει περισσότερα στοιχεία για την ίδια. Όταν γεννήθηκε ο Γκολίνο, ήταν σίγουρη πως θα γεννιόταν κόρη, αλλά παραδόξως, ένα στρουμπουλό αγοράκι, με πυκνά μαύρα μαλλιά ήταν αυτό που στριμώχτηκε ανάμεσα στα ζουμερά στήθη της και άρπαξε με μανία τη θηλή της στην πρώτη του επαφή με τη μάνα του. Με τον καιρό άρχισε να τον συνηθίζει, και για όσα χρόνια ο πατέρας του κοιμόταν στο κρεβάτι της, όλα πήγαιναν μια χαρά. Όταν όμως εκείνος έφυγε –και ποτέ δεν θα μάθουμε διότι πολύ απλά ποτέ δεν θα του έλεγε η Γιοχάνα το γιατί- τότε ο Γκολίνο πήρε τη θέση του στο κρεβάτι της. Έφτασε δεκατριών χρόνων για να σταθεροποιηθεί πως πλέον ο μικρός –μεγάλος πια- Γκολίνο, θα έπρεπε να κοιμάται μόνος του στην αποθηκούλα, που πλέον είχε γίνει ένα όμορφο παιδικό υπνοδωμάτιο.
Από τότε που θυμάται όμως τον εαυτό της η Γιοχάνα, συνέχεια θυμάται. Και αναπολεί και θέλει να ξεχνάει και θέλει να μη θυμάται. Αλλά αυτή η φράση, μια γυναίκα ανεξάρτητη και δυναμική σαν την Γιοχάνα, πάντα την ακολουθεί και την κάνει να θέλει να θυμάται και για μέρες να μη μιλάει στον γιο της, γιατί εκείνος είναι που της θυμίζει πως κάποιος άλλος κοιμόταν πριν από τον Γκολίνο στο κρεβάτι.
Ο Γκολίνο, κάθε φορά που η μάνα του τού ανέφερε το απόφθεγμά της, την κοιτούσε απορημένος και, όταν δεν τον έβλεπε, κουνούσε το κεφάλι του κοροϊδευτικά. Αυτή του όμως η συνήθεια κάποια μέρα στάθηκε μοιραία για τον ίδιο. Η Γιοχάνα, άγνωστο γιατί, ξαφνικά έστρεψε το κεφάλι της και τον είδε να μορφάζει. Ποιος είδε το θεριό και δεν το φοβήθηκε! Μόλις κατάλαβε ο Γκολίνο τι πρόκειται να συμβεί, άνοιξε την πόρτα γρήγορα και βγήκε τρέχοντας κλείνοντας τα αυτιά του για να μην ακούσει όλα όσα του άξιζαν. Γιατί ήξερε κι ίδιος πως η Γιοχάνα πάντα ήταν δίκαιη μαζί του, παρόλο που συχνά δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα νεύρα της. Άλλωστε οι απειλές της ποτέ δεν γίνονταν πράξη και όσα του έταζε ήξερε πως ήταν μόνο λόγια.
Το κακό είναι πως ο Γκολίνο είχε τόσο φοβηθεί εκείνη το απόγευμα που δεν τόλμησε να γυρίσει σπίτι εκείνο το βράδυ. Σκαρφάλωσε στο παράθυρο του σχολείου -που ήξερε πως δεν ήταν κλειδωμένο ποτέ- και μπήκε στην τάξη που το καλοκαίρι ήταν γεμάτη σκόνη. Έστρωσε ένα στρωματάκι γυμναστικής που βρήκε στην αποθήκη και δίχως καν να το καταλάβει, αποκοιμήθηκε και ξύπνησε το πρωί από τον θόρυβο των αυτοκινήτων. Ήταν τόσο μεγάλο το σοκ του, που όταν αποφάσισε να πάρει το δρόμο προς το σπίτι, έκανε τουλάχιστον τρεις φορές τον γύρο του τετραγώνου για να βρει το θάρρος και να χτυπήσει το κουδούνι. Τότε, προς μεγάλη του έκπληξη, η Γιοχάνα που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη την νύχτα και αφού είχε ήδη τηλεφωνήσει στην αστυνομία, το δημαρχείο, το νοσοκομείο και όπου αλλού μπορούσε να σκεφτεί, τον άρπαξε στην αγκαλιά της και κλαίγοντας με λυγμούς τού ζήτησε συγγνώμη και του υποσχέθηκε πως δεν θα του ξαναφωνάξει ποτέ και πως δεν πρέπει ποτέ ξανά να την αφήσει μόνη. Όλοι ξέρουμε πως δεν κράτησε την ύποσχεσή της, αλλά αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία, γιατί όπως είπε και η ίδια, η μνήμη είναι όπως η γυναίκα. Καμιά φορά χάνεται χωρίς προειδοποίηση και δεν ξαναγυρίζει ποτέ όσο κι αν το θέλει ένας άντρας. Κι ο Γκολίνο, κάποια στιγμή θα γίνει ένας ολόκληρος άντρας, ίσως εκείνη η νύχτα να ήταν η πρώτη του στον κόσμο των αντρών.

αλλά κανείς δεν περίμενε πως την τελευταία στιγμή θα προέκυπτε μια τέτοια εξέλιξη. Στα πρώτα 50 χιλιόμετρα της διαδρομής, το αυτοκίνητο άρχισε να ρετάρει. Όσο κι αν γκάζωνε, εκείνο αγκομαχούσε και εκείνη ήταν έτοιμη να αρχίσει τις βρισιές και τις βλαστήμιες. Ο Γκολίνο δεν μιλούσε καθόλου. Ήξερε πως αν η Γιοχάνα θύμωνε, τίποτα δεν μπορούσε να την συγκρατήσει. Όταν είχε σπάσει το πόδι της, κάποια χρόνια πριν, ήξερε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να στέκει σιωπηλός. Μία φορά το ξέχασε και το πλήρωσε ακριβά. Τον έδιωξε από το δωμάτιο και έκανε τρεις μέρες να του μιλήσει. Ο καναπές, πάντα φιλόξενος, ήταν μονάχα μια λύση ανάγκης, καθώς τίποτα άλλο δεν μπορούσε να του προσφέρει. Μαγείρευε, έπλενε, σιδέρωνε και όταν η Γιοχάνα έμπαινε στο καθιστικό, εκείνος έπρεπε να κάνει στην άκρη. Είναι πολύ περήφανη η Γιοχάνα. Κουτσαίνοντας και καθώς κρατιόταν από τους τοίχους, δεν ήθελε ούτε να τον κοιτάξει και ποτέ μα ποτέ δεν έτρωγε από το φαγητό που μαγείρευε ο Γκολίνο. Προτιμούσε να καταναλώνει γιαουρτάκια με μέλι, και ό,τι άλλο πρόχειρο μπορούσε να ετοιμάσει, παρά να φανεί αδύναμη και εξαρτημένη από εκείνον. Ευτυχώς οι μέρες πέρασαν, ο θυμός έφυγε και ο Γκολίνο επέστρεψε στην αριστερή πλευρά του κρεβατιού. Το θυμάται ακόμα όμως και πάντα προσέχει ποια θα είναι η στιγμή που θα ανοίξει το στόμα του.
Σε μια ανηφόρα, το αυτοκίνητο παρέδωσε την ψυχή του, ανήμπορο να συνεχίσει. Η Γιοχάνα βγήκε έξω και το κλωτσούσε, ο Γκολίνο στεκόταν ακίνητος μέσα, μέχρι να σταματήσει εκείνη να κλωτσάει την πόρτα του και ύστερα βγήκε κι αυτός, κάθισε σε μια πέτρα στην άκρη του δρόμου και την παρακολουθούσε να περπατάει πάνω κάτω. Ήταν μια δύσκολη στιγμή για εκείνη κι ο Γκολίνο το ήξερε καλά. Κρατούσε το κινητό του σφιχτά στο χέρι και περίμενε να αρπάξει την ευκαιρία. Η Γιοχάνα, συνειδητοποιημένα εδώ και χρόνια, δεν ήθελε και δεν απέκτησε ποτέ κινητό. Θεωρούσε πως φυλάκιζε τον ελεύθερο χρόνο της αλλά και πως προκαθόριζε τις ενδεχόμενες δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια της μέρας. Έτσι, στη μέση του πουθενά, και καθώς κανείς δεν μπορούσε να της εγγυηθεί πως υπάρχει κάπου κοντά κάποιο καρτοτηλέφωνο, η μόνη λύση για να καλέσουν οδική βοήθεια ήταν να ζητήσει από τον Γκολίνο μια απλή αλλά συνάμα αδύνατη για εκείνη χάρη. Να χρησιμοποιήσει το κινητό του!
Ξαφνικά η Γιοχάνα σταμάτησε και στάθηκε μπροστά στο ανοιγμένο καπό του αυτοκινήτου. Με μια απότομη και δυνατή κίνηση, το έκλεισε, με έναν θόρυβο που ακούστηκε σαν πυροβολισμός και επαναλήφθηκε πολλές φορές από την ηχώ στην χαράδρα που δέσποζε κάτω. Ο Γκολίνο τότε έσκυψε αμέσως το κεφάλι και άφησε το κινητό του στο πλάι. Προσπάθησε να είναι όσο πιο ήσυχος και ακίνητος μπορούσε για να την ακούσει να έρχεται κοντά του και να του ζητά ευγενικά το τηλέφωνο. Τόσα χρόνια, ένα φάντασμα σαν τον Γκολίνο, δεν μπορούσε παρά να περιμένει. Άκουσε στην αρχή ένα διστακτικό βήμα, μετά ένα δεύτερο κι ύστερα κανονικά, γοργά βήματα να τον πλησιάζουν. Ένιωθε σαν μικρός θεός που σε λίγο θα έδινε το έλεός του στην πιο ανυπάκουη πιστή του. Κι ενώ ήταν έτοιμος να σηκώσει τα μάτια και να χαμογελάσει θριαμβευτικά, τα μουγκρητά ενός φορτηγού σταμάτησαν τα βήματα, τα έστρεψαν τρέχοντας προς τα πίσω και, ακούγοντας την Γιοχάνα να φωνάζει «εδώ, εδώ!», παρέμεινε σκυφτός κι ένα δάκρυ μούσκεψε τα εφηβικά μάγουλά του.