Όλα ήταν έτοιμα για τις διακοπές
Οκτωβρίου 8, 2009
αλλά κανείς δεν περίμενε πως την τελευταία στιγμή θα προέκυπτε μια τέτοια εξέλιξη. Στα πρώτα 50 χιλιόμετρα της διαδρομής, το αυτοκίνητο άρχισε να ρετάρει. Όσο κι αν γκάζωνε, εκείνο αγκομαχούσε και εκείνη ήταν έτοιμη να αρχίσει τις βρισιές και τις βλαστήμιες. Ο Γκολίνο δεν μιλούσε καθόλου. Ήξερε πως αν η Γιοχάνα θύμωνε, τίποτα δεν μπορούσε να την συγκρατήσει. Όταν είχε σπάσει το πόδι της, κάποια χρόνια πριν, ήξερε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να στέκει σιωπηλός. Μία φορά το ξέχασε και το πλήρωσε ακριβά. Τον έδιωξε από το δωμάτιο και έκανε τρεις μέρες να του μιλήσει. Ο καναπές, πάντα φιλόξενος, ήταν μονάχα μια λύση ανάγκης, καθώς τίποτα άλλο δεν μπορούσε να του προσφέρει. Μαγείρευε, έπλενε, σιδέρωνε και όταν η Γιοχάνα έμπαινε στο καθιστικό, εκείνος έπρεπε να κάνει στην άκρη. Είναι πολύ περήφανη η Γιοχάνα. Κουτσαίνοντας και καθώς κρατιόταν από τους τοίχους, δεν ήθελε ούτε να τον κοιτάξει και ποτέ μα ποτέ δεν έτρωγε από το φαγητό που μαγείρευε ο Γκολίνο. Προτιμούσε να καταναλώνει γιαουρτάκια με μέλι, και ό,τι άλλο πρόχειρο μπορούσε να ετοιμάσει, παρά να φανεί αδύναμη και εξαρτημένη από εκείνον. Ευτυχώς οι μέρες πέρασαν, ο θυμός έφυγε και ο Γκολίνο επέστρεψε στην αριστερή πλευρά του κρεβατιού. Το θυμάται ακόμα όμως και πάντα προσέχει ποια θα είναι η στιγμή που θα ανοίξει το στόμα του.
Σε μια ανηφόρα, το αυτοκίνητο παρέδωσε την ψυχή του, ανήμπορο να συνεχίσει. Η Γιοχάνα βγήκε έξω και το κλωτσούσε, ο Γκολίνο στεκόταν ακίνητος μέσα, μέχρι να σταματήσει εκείνη να κλωτσάει την πόρτα του και ύστερα βγήκε κι αυτός, κάθισε σε μια πέτρα στην άκρη του δρόμου και την παρακολουθούσε να περπατάει πάνω κάτω. Ήταν μια δύσκολη στιγμή για εκείνη κι ο Γκολίνο το ήξερε καλά. Κρατούσε το κινητό του σφιχτά στο χέρι και περίμενε να αρπάξει την ευκαιρία. Η Γιοχάνα, συνειδητοποιημένα εδώ και χρόνια, δεν ήθελε και δεν απέκτησε ποτέ κινητό. Θεωρούσε πως φυλάκιζε τον ελεύθερο χρόνο της αλλά και πως προκαθόριζε τις ενδεχόμενες δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια της μέρας. Έτσι, στη μέση του πουθενά, και καθώς κανείς δεν μπορούσε να της εγγυηθεί πως υπάρχει κάπου κοντά κάποιο καρτοτηλέφωνο, η μόνη λύση για να καλέσουν οδική βοήθεια ήταν να ζητήσει από τον Γκολίνο μια απλή αλλά συνάμα αδύνατη για εκείνη χάρη. Να χρησιμοποιήσει το κινητό του!
Ξαφνικά η Γιοχάνα σταμάτησε και στάθηκε μπροστά στο ανοιγμένο καπό του αυτοκινήτου. Με μια απότομη και δυνατή κίνηση, το έκλεισε, με έναν θόρυβο που ακούστηκε σαν πυροβολισμός και επαναλήφθηκε πολλές φορές από την ηχώ στην χαράδρα που δέσποζε κάτω. Ο Γκολίνο τότε έσκυψε αμέσως το κεφάλι και άφησε το κινητό του στο πλάι. Προσπάθησε να είναι όσο πιο ήσυχος και ακίνητος μπορούσε για να την ακούσει να έρχεται κοντά του και να του ζητά ευγενικά το τηλέφωνο. Τόσα χρόνια, ένα φάντασμα σαν τον Γκολίνο, δεν μπορούσε παρά να περιμένει. Άκουσε στην αρχή ένα διστακτικό βήμα, μετά ένα δεύτερο κι ύστερα κανονικά, γοργά βήματα να τον πλησιάζουν. Ένιωθε σαν μικρός θεός που σε λίγο θα έδινε το έλεός του στην πιο ανυπάκουη πιστή του. Κι ενώ ήταν έτοιμος να σηκώσει τα μάτια και να χαμογελάσει θριαμβευτικά, τα μουγκρητά ενός φορτηγού σταμάτησαν τα βήματα, τα έστρεψαν τρέχοντας προς τα πίσω και, ακούγοντας την Γιοχάνα να φωνάζει «εδώ, εδώ!», παρέμεινε σκυφτός κι ένα δάκρυ μούσκεψε τα εφηβικά μάγουλά του.