Καταραμένες άσπρες τρίχες…
Οκτωβρίου 30, 2009
Κάθε φορά που έπρεπε να βάψει τα μαλλιά της αυτή η φράση έβγαινε αβίαστα απ’ τα χείλη της. Αλλά παρόλο που την ενοχλούσαν, κατά βάθος τής άρεσαν. Επιβεβαίωναν την ωριμότητά της, πως είναι πλέον μια γυναίκα ολοκληρωμένη, μεστή και προσγειωμένη. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της σε μια δύσκολη εποχή, όταν ακυρώθηκαν μεμιάς τα όνειρα και τα σχέδια που είχε κάνει για μια κανονική ζωή, με άντρα παιδί και σπίτι. Βέβαια της έμεινε το παιδί και το σπίτι, διόλου ευκαταφρόνητα εφόδια για τη ζωή που ακολουθούσε. Το σπίτι ήταν ανακατασκευή του πατρικού της. Έτσι είχε μείνει στο όνομά της και τουλάχιστον θα είχε μια στέγη. Κι ο πατέρας του Γκολίνο -κι αυτό πρέπει να το παραδεχτεί η Γιοχάνα- όσα χρήματα κι αν είχε βάλει κι όση προσωπική εργασία για να γίνει το σπίτι πάλι κατοικήσιμο, τίποτα δεν ζήτησε. Αλλά πώς να ζητήσει έτσι όπως εξαφανίστηκε σαν τον κλέφτη!
Γνωρίστηκαν στα γενέθλιά της, πριν 20 χρόνια, όταν εκείνος είχε έρθει ως συνοδός μιας φίλης της από το σχολείο. Μόλις τον είδε κάτι έπαθε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μιας και η φιλία τους δεν το επέτρεπε. Εκείνος της έσφιξε το χέρι μόλις τους σύστησαν, αλλά μόλις το άφηνε, η Γιοχάνα ένιωσε πως με κάποιο αδιόρατο τρόπο το χάιδεψε. Κοκκίνισε αλλά συνέχισε να μιλά στη φίλη της κανονικά. Σε όλη τη διάρκεια της γιορτής την κοιτούσε και έβρισκε δικαιολογίες για να της μιλήσει, ζητούσε ποτό, γλυκό, ρωτούσε πού ήταν το καθετί στο σπίτι, αλλά δεν την ρώτησε τίποτα προσωπικό – είχε πραγματικά πολύ καλή στρατηγική αυτό το αγόρι. Στο τέλος της βραδιάς, κι ενώ η φίλη της δεν είχε καταλάβει τίποτα, εκείνος την ρώτησε αν μπορούσε να του δείξει ένα δωμάτιο ή ένα μπαλκόνι για να καπνίσει κρυφά, καθώς οι γονείς της Γιοχάνας δεν επέτρεπαν ούτε κατά διάνοια το κάπνισμα στο σπίτι τους, και ειδικά από «μικρά» παιδιά. Εκείνη, τον ανέβασε στο δωμάτιό της και του είπε πως εκεί θα μπορούσε, ανοίγοντας το παράθυρο, να καπνίσει όσο ήθελε. Μόλις όμως γύρισε να φύγει, την τράβηξε από το μπράτσο και χωρίς να προλάβει να πει τίποτα την φίλησε στο στόμα. Το ξάφνιασμα ακολούθησε η ευχαρίστηση, αλλά μόλις πήγε να την χαϊδέψει ήρθε η ενοχή. «Δεν πρέπει», είπε και εξαφανίστηκε, αλλά κρατώντας την ψυχραιμία της κατέβηκε χαμογελαστή και ήρεμη τις σκάλες.
Μόλις ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, της ψιθύρισε στο αυτί την ώρα και το σημείο του ραντεβού της επόμενης μέρας χωρίς να περιμένει επιβεβαίωση, με τη σιγουριά που έλκει πάντα τα κορίτσια. Τον βρήκε να την περιμένει στις 8 το βράδυ, έξω από την παλιά εκκλησία, καπνίζοντας. Πριν προλάβει να του πει οτιδήποτε, της είπε «χώρισα» και την φίλησε σιωπηλά όπως και την πρώτη φορά. Μόνο που αυτό το φιλί κράτησε για χρόνια και έσβησε απότομα όπως ήρθε. Πολλές φορές η Γιοχάνα, όταν σκέφτεται ήρεμα και αισθάνεται χαλαρή, πιστεύει πως πληρώνει ακόμα αυτή της την κλοπή. Νομίζει πως όπως πήρε τον πατέρα του Γκολίνο από τη φίλη της, έτσι τον έχασε από κάποιαν άλλη. Αυτό που δεν θα του συγχωρέσει ποτέ είναι πως δεν της το είπε, πως δεν την αποχαιρέτισε, πως δεν έμαθε το λόγο που έπρεπε να μείνει μόνη στα 33 της και να μεγαλώνει τον πανέμορφο Γκολίνο, το «αλάνι» τους, όπως τον φώναζε εκείνος από τότε που γεννήθηκε. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το μόνο που απομένει είναι να περάσουν τα χρόνια, να πλημμυρίσουν τα μακριά μαλλιά της με καταραμένες άσπρες τρίχες και να μη θυμάται τίποτα άλλο που να την πληγώνει. Και ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει σ’ αυτό, είναι ο Γκολίνο.